Μιχαήλ Β. Μήττας

Introduction

Προστασία πρώτης κατοικίας: πλασματικές διακηρύξεις και πραγματικές ανάγκες

Προστασία πρώτης κατοικίας: πλασματικές διακηρύξεις και πραγματικές ανάγκες

Ανακοινώθηκε από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, την ημέρα λήξης ισχύος του, η τρίμηνη παράταση του ν. 4605/2019 για την προστασία της κύριας κατοικίας. Πολλοί αντιμετώπισαν την ανακοίνωση αυτή με ανακούφιση, οι δε προσκείμενοι στην κυβέρνηση έως και διθυραμβικά. Οι αντιδράσεις αυτές θα ήταν εύλογες, αν πράγματι ο ν. 4605/2019 προστάτευε την κύρια κατοικία.

Προχωρώντας σε μια συντομότατη αναδρομή, 10 χρόνια πίσω, το πρώτο διάστημα της οικονομικής κρίσης και λιγότερο από 6 μήνες από το πρώτο μνημόνιο, ψηφίζεται ο ν. 3869/2010 («νόμος Κατσέλη») για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα. Η καινοτομία δεν έγκειτο απλώς στην εισαγωγή για πρώτη φορά στην Ελλάδα ενός συστήματος ρύθμισης ιδιωτικών χρεών (στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες ήδη υφίστατο), αλλά κυρίως στην διορατικότητα που επέδειξαν οι συντάκτες του για όσα αναμένονταν σε σχέση με την έκρηξη του «κόκκινου» ιδιωτικού χρέους τα επόμενα χρόνια στην χώρα μας. Βασιζόμενος αφενός στο συνταγματικό κοινωνικό δικαίωμα στην στέγη και αφετέρου στην λογική διασφάλισης της επανένταξης του υπερχρεωμένου ιδιώτη στην οικονομική δραστηριότητα. Άλλωστε, δεν μπορεί να περιμένει κανείς ρεαλιστικά από μια οικογένεια αστέγων ανάπτυξη επιχειρηματικής δραστηριότητας ή σοβαρή καταναλωτική διάθεση. Πράγματι, χιλιάδες πολίτες πέτυχαν να ρυθμίσουν τις οφειλές τους, κυρίως προς τράπεζες, να διατηρήσουν την κυριότητα της κατοικίας τους και σταδιακά να επανενταχθούν στην οικονομική δραστηριότητα. Το αναμενόμενο κύμα πλειστηριασμών και εξώσεων, η αύξηση των αστέγων και η συνεπακόλουθη κοινωνική έκρηξη, εν πολλοίς αποφεύχθηκαν. Ακόμα και αν κανείς σπεύσει να επισημάνει την άνοδο της λαϊκιστικής ρητορικής το διάστημα 2011 – 2016, προφανώς τα όσα είδαμε πιθανότατα θα ήταν ένα ευτυχές σενάριο, αν το ίδιο διάστημα, συν τοις άλλοις, έπρεπε να αντιμετωπισθούν και χιλιάδες περιπτώσεις νέο-άστεγων οικογενειών.

Και όμως, από το 2010 έως σήμερα, το σύνολο των κυβερνήσεων που μεσολάβησαν, μόνο δεδηλωμένο στόχο ήταν η αποδιάρθρωση του ν. 3869/2010. Οι τροποποιήσεις έλαβαν χώρα με ετήσιο σχεδόν ρυθμό (ν. 3996/2011, 4161/2013, 4336/2015, 4346/2015, 4549/2018 και τελικά 4605/2019), πάντοτε προς τον σκοπό της αυστηροποίησης του πλαισίου για τους δανειολήπτες και πάντοτε με τα ίδια επιχειρήματα. Πρώτον, το «κυνήγι μαγισσών», των δανειοληπτών δηλαδή που υποτίθεται ότι καταχρώνται το πλαίσιο για να μην πληρώσουν ενώ έχουν την δυνατότητα. Οι εκφραστές βέβαια του σχετικού επιχειρήματος αποφεύγουν να δώσουν πραγματικές αριθμητικές εκτιμήσεις για το πόσοι είναι αυτοί τελικά και αγνοούν ότι η επιτυχής έκβαση της αίτησης ρύθμισης περνά την βάσανο του δικαστικού ελέγχου και της ανταπόδειξης όλων των πιστωτών.  Δεύτερον, ο «ηθικός κίνδυνος», περί επιβράβευσης των ασυνεπών, κατά τρόπο ανάλογο που χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο από την Γερμανία στην διάρκεια της ελληνικής οικονομικής κρίσης αλλά και την Ολλανδία σήμερα, στην κρίση του COVID – 19. Ούτε εδώ όμως περιγράφεται όλη η πραγματικότητα. Η χορήγηση δανείου δεν αποτελεί μόνο χρηματοδοτική λύση για τον λήπτη αλλά και επενδυτική κίνηση για τον δανειστή. Τα «διακοποδάνεια» επομένως δεν ήταν απλώς μια εύκολη λύση για τους πολίτες που «ήθελαν να ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους» αλλά και ένας γρήγορος και εύκολος τρόπος για τις ελληνικές τράπεζες να παρουσιάσουν αυξημένο (όσο και εικονικό βέβαια) κύκλο εργασιών, ακόμα και για τα στελέχη τους να εμφανίσουν πολλές πωλήσεις. Είναι άλλωστε ευρέως γνωστή η πρακτική ανακριβών εκτιμήσεων αξιών ακινήτων από τις ίδιες τις τράπεζες, πάντα «προς τα πάνω», για την αποδέσμευση ακόμα μεγαλύτερων ποσών. Ηθικός κίνδυνος επομένως δεν μπορεί να υπάρξει μόνο από την διάσωση των «ανεύθυνων» ιδιωτών αλλά και (κυρίως) από την εγγύηση είσπραξης απαιτήσεων από επισφαλείς δανειακές συμβάσεις που συνήφθησαν με υπαιτιότητα των δανειστών. Δανειστών, επενδυτικά επίσης ανεύθυνων.

Τελικά, από το 2019, το δημιούργημα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η πλατφόρμα της Ειδικής Γραμματείας Ιδιωτικού Χρέους, υποσχέθηκε να διασώσει την κύρια κατοικία, έχοντας πάντως έναν αδικαιολόγητο χρονικό ορίζοντα (30/4/20). Ήταν όμως ένα δημιούργημα καταδικασμένο να αποτύχει. Ο σχεδιασμός της πλατφόρμας, η μετακύληση της αρμοδιότητας κρίσης επί των οικονομικών δυνατοτήτων του οφειλέτη στους δανειστές και η αποδυνάμωση της δικαστικής διαδικασίας του ν. 3869/2010 που ενδυνάμωσε την διαπραγματευτική ισχύ των δανειστών, είχαν σαν αποτέλεσμα το ποσοστό επιτυχίας να είναι κάτω του 1% και σε σύνολο 150.000 αιτήσεων να έχουν επιδοτηθεί από το Δημόσιο λιγότερες από 300.

Όταν λοιπόν όλη η συζήτηση στρέφεται γύρω από το αν θα παραταθεί η ισχύς του ν. 4605/2019, ξεχνάμε όλα τα ουσιώδη, όπως γιατί πρέπει να έχει ορισμένη χρονική διάρκεια, αν προστατεύει όντως κάτι πέρα από τις ίδιες τις τράπεζες και τελικά πόσο σημαντικό είναι στην Ελλάδα το δικαίωμα στην στέγη. Ξεχνώντας όμως αυτά, εγκαταλείπεται και οποιαδήποτε ελπίδα για έναν ολοκληρωμένο, μόνιμο και σταθερό μηχανισμό εγγύησης της κύριας κατοικίας ως αναγκαιότητα της κοινωνικής συνοχής και της πραγματικής δυνατότητας συμμετοχής όλων των πολιτών στην οικονομική δραστηριότητα.

Μιχάλης Β. Μήττας

Δικηγόρος παρ’ Εφέταις, Υπ. ΔΝ

Μέλος ΔΣ Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης